πρεσβύτερος

πρεσβύτερος, α, оν superl. πρεσβύτατος, η, ον старший (> лат. presbyteros > нем. Priester, англ. priest; пресвитер)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πρεσβύτερος" в других словарях:

  • πρεσβύτερος — η, ο ο 1) старший; 2) ο пресвитер, священник – древнейшее каноническое название второй степени христианского таинства священства (другие две степени – дьякон, епископ). Этим. дргр. < πρέσβυς «старший, уважаемый, старейшина» < πρες «впереди …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πρεσβύτερος — η και έρα, ο / πρεσβύτερος, έρα, ον, ΝΑ, και βοιωτ. τ. αρσ. πρισγούτερος και θηλ. πρεσβυτερίς, ίδος, Α [πρέσβυς] 1. γεροντότερος, μεγαλύτερος στην ηλικία από κάποιον άλλο 2. το αρσ. ως ουσ. ο πρεσβύτερος εκκλ. ο δεύτερος βαθμός ιερωσύνης που… …   Dictionary of Greek

  • πρεσβύτερος — η, ο ο μεγαλύτερος, ο γεροντότερος: Ο πρεσβύτερος της οικογένειας. ο 1. ο γέροντας: Συμβουλευτείτε και τους πρεσβύτερους που έχουν κάποια πείρα. 2. ιερέας έγγαμος (η γυναίκα του πρεσβυτέρα) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρεσβύτερος — [прэзвитэрос] εκ. старший …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πρεσβύτερος — πρέσβυς old man masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κάτων, Μάρκος Πόρκιος, ο Πρεσβύτερος ή Τιμητής — (Marcus Porcius Cato, Τούσκουλο 234 – Ρώμη 149 π.Χ.). Ρωμαίος πολιτικός και συγγραφέας. Για να διακρίνεται από τον δισέγγονό του, του δόθηκε η προσωνυμία Πρεσβύτερος. Καθώς καταγόταν από οικογένεια γεωργών, ασχολήθηκε και ο ίδιος με τη γεωργία… …   Dictionary of Greek

  • Σιρλίν, Γιοργκ ο Πρεσβύτερος — (Syrlin, Ουλμ 1425 – 1491). Γερμανός γλύπτης. Ήταν επιδέξιος τεχνίτης στο κόψιμο της πέτρας και του ξύλου όπου δημιουργούσε απίθανες διακοσμητικές μορφές. Τα αριστουργήματά του θεωρούνται τα 89 επιτύμβια μνημεία στον μητροπολιτικό ναό της Ουλμ… …   Dictionary of Greek

  • Τζιρόλαμο ντα Τρεβίζο, ο Πρεσβύτερος — (Girolamo da Treviso, Τρεβίζο περ. 1450 – 1496). Ιταλός ζωγράφος. Αδελφός ίσως του ζωγράφου Πιερ Μαρία Πενάκι, έχουμε πληροφορίες γι’ αυτόν από το 1455. Στις εργασίες του στο Σαν Τζιρόλαμο (1475) στον οίκο Πικινέλι στο Μπέργκαμο και στην Πιετά… …   Dictionary of Greek

  • Φρουάουφ, Ρούλαντ ο Πρεσβύτερος — (Früauf, περ. 1445 – Πασάου 1507). Αυστριακός ζωγράφος. Ανέπτυξε την καλλιτεχνική του δραστηριότητα κυρίως στο Σάλτσμπουργκ και στο Πασάου. Δικά του έργα είναι οι 4 πίνακες με τη σκηνή των Παθών στο Χόφμουζέουμ της Βιέννης (1490 91), όπου… …   Dictionary of Greek

  • Пресвитер — (πρεσβύτερος, presbyter) древнейшее каноническое (т. е. усвоенное древним церковным законодательством правилами апостолов, вселенских и поместных соборов,) название второй степени христианского таинства священства (у нас в России ныне в церковных …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Ιάκωβος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ι. ο πρεσβύτερος. Ένας από τους δώδεκα Αποστόλους. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιωάννη. Μαρτύρησε επί Ηρώδη Αγρίππα Α’, περίπου το έτος 42 μ.Χ. (Πράξεις των Αποστόλων κβ’).… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.